ἐπιβατικοῦ

ἐπιβατικός
of
masc/neut gen sg

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • αυτοκίνητο — Όχημα το οποίο κινείται με κινητήρα που έχει πάνω του και το οποίο δεν σέρνεται από εξωτερική δύναμη. Γενικά χερσαίο όχημα που είναι κατασκευασμένο για να κινείται κατά κανόνα σε δρόμους και αντλεί την απαραίτητη για την κίνησή του ωστική δύναμη… …   Dictionary of Greek

  • καμπριολέ — το 1. ελαφρά δίτροχη ανοιχτή άμαξα που σύρεται από ένα μόνο άλογο, μόνιππο 2. τύπος ανοιχτού επιβατικού αυτοκινήτου. [ΕΤΥΜΟΛ. < γαλλ. cabriolet] …   Dictionary of Greek

  • κλινοθέσιο — το τεχνολ. είδος σιδηροδρομικού επιβατικού οχήματος, ενδιάμεσο μεταξύ τής κλασικής επιβατάμαξας με θέσεις καθήμενων και τής κλινάμαξας, κν. κουσέτα. [ΕΤΥΜΟΛ. < κλίνη + θέσιο (< θέτης < τίθημι). Η λ. είναι απόδοση στην Ελληνική ξένου όρου …   Dictionary of Greek

  • κούρσα — η (Μ κούρσα) νεοελλ. 1. αγώνας ιπποδρομίας και ειδ. στον πληθ. οι οργανωμένες με λαχεία και στοιχήματα ιπποδρομίες 2. (αθλ.) αγώνας δρόμου, δρόμος («αρχίζει η κούρσα τών 1.500 μέτρων ανδρών») 3. διαδρομή με άμαξα ή με αυτοκίνητο 4. η απόσταση που …   Dictionary of Greek

  • περιπολικό — το, Ν [περίπολος] 1. (αστυν.) αυτοκίνητο, συνήθως επιβατικού τύπου, εφοδιασμένο με μέσα επικοινωνίας και με σύστημα αίτησης προτεραιότητας, σειρήνα και φάρο που αναβοσβήνει και περιστρέφεται, το οποίο βρίσκεται σε συνεχή επαφή με το κέντρο… …   Dictionary of Greek

  • τεκμήριο — Όρος που δηλώνει στη νομική γλώσσα τη λογική κρίση κατά την οποία ξεκινώντας από ένα γνωστό γεγονός, δεχόμαστε την ύπαρξη ενός άγνωστου γεγονότος. Τα τ. διακρίνονται σε νόμιμα και δικαστικά: στα πρώτα η λογική επαγωγή προκαθορίζεται από τον ίδιο… …   Dictionary of Greek

  • Λάιτχιλ, Μάικλ Τζέιμς — (Michael James Lighthill, Παρίσι 1924 – Σαρκ, Νησιά Τσάνελ 1998). Άγγλος μαθηματικός και ερευνητής. Αποφοίτησε από τη μαθηματική σχολή του Trinity College, στο πανεπιστήμιο του Κέιμπριτζ (1943). Το 1946 ξεκίνησε να διδάσκει στο πανεπιστήμιο του… …   Dictionary of Greek

  • μονοτροχιόδρομος — Σύστημα μεταφοράς υλικών το οποίο αποτελείται από όχημα που κινείται σε μία μόνο τροχιά η οποία βρίσκεται στο πάνω μέρος του οχήματος. Το όχημα κινείται στην τροχιά με ηλεκτροκινητήρα ή ωθείται με το χέρι. Η τροχιά μπορεί να αποτελείται από… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.